Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Ἀπὸ τὸ Ἀναγνωστικό τῆς Στ' Δημοτικοῦ τοῦ 1947

Εἶναι τρεῖς ἡ ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα καὶ σπάνιοι οἱ διαβάτες στὸ δρόμο. Εἶναι οἱ
τελευταῖοι ποὺ γυρίζουν ἀπὸ τὴν πρώτη Ἀνάσταση καὶ πηγαίνουν βιαστικοὶ στὰ σπίτια τους. Σὲ λίγο τίποτε πιὰ δὲν ἀκούεται καὶ νεκρικὴ σιγὴ βασιλεύει σ’ ὅλη τὴν τουρκική συνοικία τοῦ Ἡρακλείου. Ξαφνικά, ἀνοίγει ἀθόρυβα ἡ αὐλόπορτα ἑνὸς μεγάλου σπιτιοῦ καὶ προβάλλει ἀνθρώπινο…
κεφάλι. Γυρίζει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ παρατηρεῖ μὲ προσοχὴ μέσα στὰ σκοτάδι. Τραβιέται μέσα καὶ πάλι ξαναφαίνεται καὶ κοιτάζει μὲ προσοχή.

-Ἐλᾶτε, δὲν εἶναι κανένας, ἀκούεται χαμηλὴ φωνή.

Τρεῖς σκιές, ἡ μιὰ μεγάλη καὶ οἱ δύο μικρότερες, βγήκανε στὸ δρόμο.

-Πᾶμε γρήγορα, ψιθύρισε ὁ ψηλὸς ἄντρας πᾶμε γρήγορα, γιατί ἀργήσαμε καὶ θὰ μᾶς περιμένει. Σκέπασε τὸ πρόσωπο μὲ τὸ μαντήλι σου, Ἑσμέ! Ρεσίτ, δός μου τὸ χέρι σου!

Περπατούσανε κι οἱ τρεῖς σιωπηλοὶ στὸ σκοτάδι. Μόλις ὅμως ἔστριψαν τὸ στενὸ σοκάκι, βρήκανε μιὰ γριά, ποὺ κρατοῦσε στὸ χέρι της ἀναμμένη λαμπάδα. Περπατοῦσε μὲ κόπο, γιατί ἦταν πολὺ γριά. Καὶ φρόντιζε μὲ τὸ ἀδειανὸ χέρι νὰ προφυλάξει τὴ λαμπάδα της ἀπὸ τὸν ἀέρα, γιὰ νὰ φέρει στὸ σπίτι τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά. Ὅταν εἶδαν τὸ φῶς τῆς λαμπάδας οἱ τρεῖς νυχτερινοὶ διαβάτες, γύρισαν ἀλλοῦ το κεφάλι τους, γιὰ νὰ μὴν γνωριστοῦν. Τοῦ κάκου ὅμως. Ἡ γριὰ σήκωσε τὴ λαμπάδα της καὶ τοὺς φώτισε.

-Πολλά τά ἔτη σας, Μεχμὲτ Μπέη! εἶπε ἡ γριά.

-Καλημέρα, κυρά, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, καὶ τοῦ χρόνου! Καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του.

Ἡ γριὰ τοὺς κοίταξε ἀπὸ κοντά, ὥσπου τοὺς ἔχασε ἀπὸ τὰ μάτια της.

«Περίεργο πράγμα!» εἶπε μὲ τὸ νοῦ της. «Ποῦ νὰ πᾶνε τέτοια ὥρα ὁ Μεχμὲτ μπέης μὲ τὴ χανούμισα καὶ τὸ γιό του; Χριστέ μου, δὲν κάνεις τὸ θάμα σου νὰ γλιτώσουν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ ἕναν Τοῦρκο;»

Βυθισμένη στὸ σκοτάδι ἦταν καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Ἐδῶ καὶ λίγη ὥρα, χιλιάδες κεριῶν τὴ φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανῶν στὴν αὐλὴ της ἔψαλλαν χαρμόσυνα τό «Χριστὸς Ἀνέστη». Τώρα ἔμεινε μόνο τό ἄρωμα τοῦ λιβανιοῦ καὶ τῶν κεριῶν. Καὶ μόνο τό καντήλι, ποὺ ἔκαιε μπροστὰ στὴν ἀσημένια εἰκόνα τῆς Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντοῦ βασίλευε ἀπόλυτη σιγή.

Δύο χτύποι ἀκούστηκαν στὴν ἐξώθυρα. Ἀπὸ ἕνα στασίδι σηκώνεται κάποιος καὶ τρέχει ν’ ἀνοίξει ἦταν ὁ παπὰς τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Οἱ τρεῖς νυχτερινοὶ διαβάτες μπαίνουν ἀθόρυβα στὴν ἐκκλησία καὶ φιλοῦν τὸ χέρι τοῦ παπᾶ. Σφαλίζουν καλὰ τὴν πόρτα, προχωροῦν εὐλαβικὰ στὸ εἰκονοστάσι, γονατίζουν καὶ κάνουν τὸ σταυρό τους. Ὁ παπα-Γρηγόρης μπαίνει ἀπὸ τὴ δεξιὰ πόρτα στὸ ἱερό, ἀνοίγει τὴν Ὡραία Πύλη καὶ λέει στὸ μικρότερο ἀπὸ τοὺς τρεῖς:

-Ἔλα, παιδί μου, νὰ μὲ βοηθήσεις! Καὶ τοῦ δίνει μιὰ μικρὴ λαμπάδα, ποὺ τὴν ἄναψε ἀπὸ τὸ ἀκοίμητο φῶς, ποὺ εἶναι πάνω στὴν Ἅγια Τράπεζα.

Ὁ παπα-Γρηγόρης φόρεσε τὸ χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πῆρε μὲ βαθὺ σεβασμὸ τὸ Δισκοπότηρο καὶ πλησίασε στὴν Ὡραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται τὸ συμπαθητικὸ τουρκόπαιδο, ὠχρό, συγκινημένο, μὲ τὴ λαμπάδα στὸ χέρι.
-Πλησιάστε, εἶπε ὁ παπὰς στοὺς ἄλλους δύο.
Πρῶτα πλησίασε ἡ γυναίκα, τριάντα ἕως τριανταπέντε χρονῶν. Ἦταν ὠχρὴ καὶ βαθιὰ συγκινημένη. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνέβαινε τὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, χρειάστηκε νὰ τὴν ὑποστηρίξει ὁ Μεχμὲτ μπέης, γιὰ νὰ μὴν πέσει. Τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της ἦταν δακρυσμένα.
– «Μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Μαρία, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», εἶπε ὁ παπὰς μ’ ἐπισημότητα καὶ τῆς ἔδωσε τὴν Ἅγια Μετάληψη.
Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στὸ πρόσωπο τῆς σεμνῆς ἐκείνης γυναίκας κι ἀκούστηκε νὰ ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ Βασιλεία σου».
Πῆρε ἔπειτα ἡ γυναίκα τὴ λαμπάδα στὸ χέρι της καί πλησίασε τὸ παιδί.
– «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Νικόλαος»· ἐπανάλαβε ὁ παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικὸ παιδί.
Τώρα ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ Μεχμέτ. Ἀνεβαίνει μὲ θάρρος καὶ πλησιάζει τὸν παπά. Τὸ φῶς τῆς λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε καὶ τὰ χέρια τῆς Μαρίας.
– «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Ἐμμανουήλ, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», λέει γιὰ τρίτη φορὰ ὁ παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αὐτός.
– Ἀμήν. Εἶπε μὲ βαθιὰ φωνὴ ὁ μυστικὸς Χριστιανός.
Σὲ λίγα λεπτὰ οἱ τρεῖς σκιὲς χάνονται καὶ πάλι στοὺς σκοτεινοὺς δρόμους τοῦ Ἡρακλείου καὶ βιαστικὰ γυρίζουν στὸ σπίτι τους. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲ βρέθηκε καμιὰ γριὰ στὸ δρόμο νὰ τοὺς γνωρίσει μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας καὶ νὰ ξαναπεῖ:
– Θεέ μου, δὲν κάνεις τὸ θάμα σου, γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ ἕναν κακὸ Τοῦρκο οἱ Χριστιανοί;
Μόνο ὁ παπα-Γρηγόρης ἤξερε, ὅτι ὁ Μεχμὲτ μπέης ἤτανε Χριστιανός, πιὸ πολὺ πιστὸς ἀπὸ πολλούς, ποὺ λέγονται μονάχα Χριστιανοί.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Τό ἀβγό ἦταν ἄδειο...

 Ὁ Ἀλέξανδρος γεννήθηκε μέ στρεβλωμένο σῶμα, ἦταν ἥπιας μορφῆς αὐτιστικό
παιδί. Στήν ἡλικία τῶν δώδεκα ἐτῶν ἦταν ἀκόμη στή Δευτέρα Δημοτικοῦ κι ἔμοιαζε
ἀνίκανος νά μάθει. Ἡ δασκάλα του φρόντισε νά γίνει ...ἱεραπόστολος. Νά μή μείνει σέ
αὐτό, πού τό Ὑπουργεῖο τούς ἔχει πεῖ νά μάθουνε ἤ νά μή μάθουνε, γιά νά μήν τό
διδάξουνε. Μία μέρα ὁ Ἀλέξανδρος τήν πλησίασε κουτσαίνοντας καί τῆς φώναξε «σ’
ἀγαπῶ κυρία». Ἐν τῷ μεταξύ εἶχε φτάσει ἡ ἄνοιξη κι ὅλα τά παιδιά μιλοῦσαν μέ
ἐνθουσιασμό γιά τό Πάσχα πού θά ἐρχόταν...

Ἡ κυρία ἔδωσε σέ καθένα ἀπό τά παιδιά ἕνα μεγάλο πλαστικό ἀβγό καί τούς εἶπε:
«Θέλω νά τό πάρετε αὐτό στό σπίτι σας κι αὔριο νά τό φέρετε πίσω, ἀφοῦ, ὅμως, βάλετε
μέσα κάτι, πού νά δείχνει δημιουργία καί νέα ζωή».

Τό ἑπόμενο πρωΐ εἴκοσι παιδιά ἦρθαν στό σχολεῖο γελώντας καί μιλώντας καθώς
τοποθετοῦσαν τά ἀβγά τους στό μεγάλο καλάθι μπροστά στήν ἕδρα τῆς κυρίας τους .

Σέ λίγο ἦρθε ἡ ὥρα, γιά νά ἀνοίξουν τά ἀβγά. Στό πρῶτο ἡ
δασκάλα βρῆκε ἕνα λουλούδι. «Ναί, τό λουλούδι ὁπωσδήποτε
εἶναι σημάδι νέας ζωῆς», εἶπε ἡ δασκάλα καί συνέχισε λέγοντας
«Μπράβο Μαρία!» στή μαθήτρια, πού ἐν τῷ μεταξύ εἶχε σηκώσει
τό χέρι της δηλώνοντας ὅτι τό ἀβγό εἶναι δικό της. Τό ἑπόμενο
ἀβγό περιεῖχε μιά πεταλούδα, ἡ ὁποία, ὅμως, ἔδειχνε πολύ
ζωντανή. Ἡ δασκάλα σήκωσε τό ἀβγό ψηλά: «Ὅλοι γνωρίζουμε,
ὅτι ἡ κάμπια ἀλλάζει καί “μετασχηματίζεται” σέ μιά ὄμορφη
πεταλούδα. Πράγματι, αὐτό εἶναι νέα ζωή, ἐπίσης», εἶπε ἡ δασκάλα.

Μετά ἡ δασκάλα ἄνοιξε τό τρίτο ἀβγό. “Τά ἔχασε”. Τό ἀβγό ἦταν ἄδειο. Σίγουρα
θά εἶναι τοῦ Ἀλέξανδρου, σκέφτηκε. Φυσικά δέν κατάλαβε τί ἔπρεπε νά πράξει ἐκείνη τή
στιγμή. Ἐπειδή δέν ἤθελε νά τόν ντροπιάσει, ἄφησε τό ἀβγό στήν ἄκρη καί σήκωσε τό
χέρι γιά νά πάρει ἄλλο. Ξαφνικά ὁ Ἀλέξανδρος πετάχτηκε. «Κυρία, δέ θά πεῖτε τίποτα γιά
τό ἀβγό μου;» Ταραγμένη ἡ δασκάλα ἀπάντησε: «Μά, μά Ἀλέξανδρε, τό ἀβγό σου εἶναι
σταχυολογήματα

Ἐκεῖνος τήν κοίταξε μέσα στά μάτια καί τῆς εἶπε μέ ἁπαλή φωνή: «Ναί κυρία, μά
καί τοῦ Χριστοῦ ὁ τάφος ἦταν κι αὐτός ἄδειος».
Ὁ χρόνος σταμάτησε. Ἡ δασκάλα προσπάθησε νά συνέλθει. Λίγη ὥρα μετά ρωτᾶ
τόν Ἀλέξανδρο: «Ἐσύ ξέρεις γιατί ὁ τάφος ἦταν ἄδειος;» κι ἐκεῖνος ἀπαντάει: «Ναί, τό
Χριστό τόν σκότωσαν καί τόν ἔβαλαν ἐκεῖ, ὅμως, μετά ἀναστήθηκε. Αὐτό δέ δείχνει τή
νέα ζωή;»

Τό κουδούνι γιά τό διάλειμμα χτύπησε κι ἐνῶ τά παιδιά ἔτρεχαν μέ ἐνθουσιασμό
γιά τήν αὐλή τοῦ σχολείου, ἡ δασκάλα ἔκρυψε τό πρόσωπό της. Καί ἔκλαψε...
Τρεῖς μῆνες ἀργότερα ὁ Ἀλέξανδρος ἔφυγε ἀπό τή ζωή... Ὅσοι συμμετεῖχαν στήν
κηδεία του, εἶδαν μέ ἔκπληξη πάνω στό φέρετρό του ...εἴκοσι ἀβγά. Ὅλα ἦταν ἄδεια. Σάν
τόν τάφο τοῦ Χριστοῦ μας πού ἦταν ἄδειος, ἐπειδή...

Χριστός Ἀνέστη!

Σταχυολογήματα

Ἀγαπητά μου παιδιά.

Οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι ἔλεγαν, «Οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ» καί ἀληθινά, δέν ὑπάρχει
κακό πού νά μή μᾶς προσφέρει κάτι τό θετικό, τό χρήσιμο, τό ἐπωφελές. Ἔτσι λοιπόν, καί ἡ
δοκιμασία τῶν ἡμερῶν, μέ τήν ἔξαρση τῆς πανδημίας τοῦ λεγομένου κορονοϊοῦ, καί
περισσότερο μέ τόν ἑκούσιο ἤ ἀκούσιο περιορισμό μας, ἔγινε καί εἰς ἐμέ, ἀφορμή μεγάλου
προβληματισμοῦ, καί ἀναζήτησης νέων μορφῶν ἐπικοινωνίας καί ποιμαντικῆς μέριμνας.

Ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα τοῦ περιορισμοῦ μας, φρόντισα μέ ἁπλά καί κατανοητά, ἀλλά πολύ
διδακτικά κείμενα, παρμένα ἀπό τήν Σοφία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, νά ἀπασχολῶ τήν
σκέψη σας, καί νά ἐνισχύω τόν ἀπαραίτητο προβληματισμό τῶν ἡμερῶν πού διερχόμαστε.

Μέ τήν σημερινή μου ἐπικοινωνία, θέλω νά σᾶς ἐνημερώσω ὅτι, μετά καί ἀπό τήν
ἐνθουσιώδη ἀποδοχή ἐκ μέρους σας τοῦ ταπεινοῦ ἐγχειρήματός μου, μέ τήν τακτική
ἀποστολή ἐδαφίων πνευματικοῦ καταρτισμοῦ, ἀποφασίσαμε μέ τούς συνεργάτες μου καί
συμπαραστάτες στό ποιμαντικό μου ἔργο κληρικούς, νά συστηματοποιήσουμε αὐτήν τήν
ἐπικοινωνία καί ἀποστολή, διαμορφώνοντας ἕνα μικρό καί ταπεινό ἠλεκτρονικό
περιοδικάκι τό ὁποῖο φιλοδοξοῦμε νά σᾶς συντροφεύει στό μέλλον, τό δυνατότερο
τακτικά, τροφοδοτώντας σας μέ ψυχωφελή ἀναγνώσματα.

Τίτλος τοῦ περιοδικοῦ θά εἶναι, «ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΗΜΑΤΑ», γιατί ἀληθινά πρόκειται γιά μιά
σταχυολόγηση- συλλογή, ἐκλεκτῶν κειμένων, ἀπό τήν πατερική καί ἐκκλησιαστική μας
γραμματεία καί παράδοση, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρει καί ὁ ὑπότιτλός
του: διαβάζω... ἀκούω... καταγράφω.

Παρακαλῶ θερμά, ἀποδεχθῆτε καί ἀγκαλιάστε τήν νέα αὐτή
πρωτοβουλία μας, καί συνδράμετε μέ ὅλες σας τίς δυνάμεις καί τά
μέσα, στήν διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ—τό ἔχει ἀνάγκη ἡ ἐποχή μας.
Χριστός Ἀνέστη!

✠ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος
Ἀθήνα 8/21 Ἀπριλίου 2020